Μετάβαση στο περιεχόμενο

ἀσφάραγος

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /a.spʰá.ɾa.gos/ (5ος π.Χ. αιώνας Αττική)
τυπογραφικός συλλαβισμός: σφάραγος

Ετυμολογία 1

[επεξεργασία]
ἀσφάραγος < πρωτοελληνική ? + -ος. Πιθανώς συγγενές με το φάραγξ.

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ἀσφάραγος, -ου/οιο αρσενικό (επικός)

επική κλίση
 πτώσεις       ενικός      
ᾰσφᾰρᾰγ-
ονομαστική ἀσφάραγος
      γενική τοῦ/τοῖο ἀσφαράγου
      δοτική τῷ ἀσφαράγ
    αιτιατική τὸν ἀσφάραγον
     κλητική ! ἀσφάραγε
2η κλίση, Κατηγορία 'θρίαμβος' όπως «θρίαμβος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία 2

[επεξεργασία]
ἀσφάραγος < Πιθανώς ἀ- (ευφωνικό) + σπαργάω + -ος.[1]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ἀσφάραγος, -ου αρσενικό

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ἀσφάραγος οἱ ἀσφάραγοι
      γενική τοῦ ἀσφαράγου τῶν ἀσφαράγων
      δοτική τῷ ἀσφαράγ τοῖς ἀσφαράγοις
    αιτιατική τὸν ἀσφάραγον τοὺς ἀσφαράγους
     κλητική ! ἀσφάραγε ἀσφάραγοι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  ἀσφαράγω
γεν-δοτ τοῖν  ἀσφαράγοιν
2η κλίση, Κατηγορία 'θρίαμβος' όπως «θρίαμβος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. ἀσφάραγος - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012