ἀτελεσφόρητος
Εμφάνιση
Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ἀτελεσφόρητος < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή ἀτελεσφόρητος
Επίθετο
[επεξεργασία]ἀτελεσφόρητος, -ος, -ον
- ανώριμος, ανολοκλήρωτος
- ※ 8ος/9ος αιώνας Θεόδωρος ο Στουδίτης, Epistulae , 459 {1Ἰουλιανῷ βεστήτωρι}, @catholiclibrary.org
- πᾶν κλῆμα μὴ φέρον καρπὸν αἴρει αὐτὸ ὁ πατήρ, καὶ εἰς πῦρ βάλλεται καὶ καίεται. Φοβηθῶμεν οὖν τὸ ὑπόδειγμα, ἀγωνισώμεθα ὑπὲρ τῶν ψυχῶν ἡμῶν πρὶν ἢ ἐπιστῆναι τὴν ὥραν τοῦ θανάτου, μὴ ἐκκοφθῶμεν ὡς ἄκαρποι καὶ ἀτελεσφόρητοι τῆς ἀγαθῆς ἀμπέλου, ἥτις ἐστὶν ὁ Χριστός.
- ※ 14ος αιώνας Νικηφόρος Γρηγοράς, Historia Romana, @catholiclibrary.org
- ἀλλὰ τότε μὲν τὴν μελέτην ἐπέσχεν ὁ λογοθέτης τοῦ γενικοῦ Θεόδωρος ὁ Μετοχίτης, ἀτελεσφόρητον τὴν πρᾶξιν ἔσεσθαι μαντευόμενος διὰ τὴν τῶν ἡμερῶν ἄνεσιν.
- ※ 8ος/9ος αιώνας Θεόδωρος ο Στουδίτης, Epistulae , 459 {1Ἰουλιανῷ βεστήτωρι}, @catholiclibrary.org
Κλιτικοί τύποι
[επεξεργασία]- ἀτελεσφόρητοι (ονομαστική και κλητική πληθυντικού αρσενικού και θηλυκού γένους)
- ἀτελεσφόρητον (ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού ουδετέρου γένους, αιτιατική ενικού αρσενικού και θηλυκού γένους)
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ἀτελεσφόρητος < ἀ- στερητικό + τελεσφορέω + -τος
Επίθετο
[επεξεργασία]ἀτελεσφόρητος, -ος, -ον (ελληνιστική κοινή)
- (για καρπό, έμβρυο) που δεν έχει ωριμάσει
- ※ 4ος/5ος κε αιώνας ⌘ Κύριλλος Α΄ Αλεξανδρείας, In XII Prophetas, joel.1.39, @scaife.perseus
- ξηρὸν δὲ δὴ τάχα καὶ ἀτελεσφόρητον τοῖς ἀγροῖς ἐπικεκλίσθαι τὸν στάχυν.
- ※ 4ος/5ος κε αιώνας ⌘ Κύριλλος Α΄ Αλεξανδρείας, In XII Prophetas, joel.1.39, @scaife.perseus
- που δεν έχει επιτευχθεί, ανολοκλήρωτος, απρόσιτος
Πηγές
[επεξεργασία]- ἀτελεσφόρητος - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Κληρονομημένες λέξεις από την ελληνιστική κοινή (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την ελληνιστική κοινή (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Μεσαιωνικά ελληνικά
- Επίθετα (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Επίθετα με κλίση 'δύσκολος' (αρχαία ελληνικά)
- Επίθετα 2ης κλίσης (ελληνιστική κοινή)
- Επίθετα που κλίνονται όπως το 'δύσκολος' (ελληνιστική κοινή)
- Λέξεις προπαροξύτονες (ελληνιστική κοινή)
- Επίθετα προπαροξύτονα (ελληνιστική κοινή)
- Λέξεις με πρόθημα ἀ- (ελληνιστική κοινή)
- Λέξεις με επίθημα -τος (ελληνιστική κοινή)
- Ελληνιστική κοινή
- Επίθετα (ελληνιστική κοινή)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (ελληνιστική κοινή)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)