Μετάβαση στο περιεχόμενο

ἀφίχθην

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: αφίχθην

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ἀφίχθην (καθαρεύουσα): σχηματισμός παθητικού αορίστου (εσφαλμένα, αντί της χρήσης του αρχαίου μέσου αορίστου ἀφικόμην[1]) με βάση το αφιχθ- όπως στο απαρέμφατο του παρακείμενου, ἀφῖχθαι του αρχαίου ρήματος ἀφικνοῦμαι < ἀφικνέομαι[2]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /aˈfi.xθin/
τυπογραφικός συλλαβισμός: αφίχθην

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

ἀφίχθην (καθαρεύουσα)

Παθητικός αόριστος καθαρεύουσας από το αρχαίο ρήμα ἀφικνοῦμαι

Στην κοινή νεοελληνική χρηστιμοποιούνται τα τρίτα πρόσωπα

και η μετοχή αφιχθείς, αφιχθείσα, αφιχθέν

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. ἀφικνοῦμαι-έομαι σελ.1241 -  Δημητράκος, Δημήτριος Β. (1964) Μέγα λεξικὸν ὅλης τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης, 1930-1950. 2η έκδοση:1964. Αθήνα: Εκδόσεις: Δομή (15 τόμοι) & επανεκδόσεις, 1η έκδοση:1953 (9 τόμοι) Ελληνική Παιδεία. (συντομογραφίες & συγγραφέων)
  2. Δείτε ἀφικνέομαι#Σημειώσεις.