ἀφηγέομαι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Ρήμα[επεξεργασία]

ἀφηγέομαι - ἀφηγοῦμαι, ιωνικός τύποςἀπηγέομαι

  1. πηγαίνω μπροστά από μια ομάδα και την οδηγώ προς ένα σημείο
    οἱ τότε ἡγούμενοι πάλιν ἀφηγείσθωσαν εἰς τὸν εὐώνυμον (ΠΛάτων, Νόμοι 762d)
  2. λέω, αναφέρω
    καὶ ἀπικόμενον ἀπηγέεσθαι πᾶν τὸ γεγονός (Ηρόδοτος, Α, 24)