Μετάβαση στο περιεχόμενο

ἀφικνέομαι

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
Αρχικοί
χρόνοι
Φωνή
Μέση
Φωνή
Παθητική
Ενεστώτας ἀφικνέομαι / ἀφικνοῦμαι
Παρατατικός ἀφικνεόμην / ἀφικνούμην
Μέλλοντας  ἀφίξομαι    
Αόριστος  ἀφικόμην    
Παρακείμενος ἀφῖγμαι
Υπερσυντέλικος
Συντελ.Μέλλ.
Δεν υπάρχει παθητικός αόριστος όπως στην καθαρεύουσα (δείτε το αφίχθη).

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ἀφικνέομαι < (ἀπό) ἀφ- + ἱκνέομαι / ἱκνοῦμαι

ἀφικνέομαι / ἀφικνοῦμαι, ιωνικός τύπος: ἀπικνέομαι

  1. φτάνω, αφικνούμαι
  2. έρχομαι σε μια ορισμένη κατάσταση
    παράδειγμα  ἀφικνοῦμαι ἐς τοῦτο δυστυχίας - φτάνω σε τόση δυστυχία
  3. (τινί εἰς ...) δηλώνει κοινή ενέργεια
    παράδειγμα  ἀφικνοῦμαἰ τινι ἐς λόγους, ἀφικνοῦμαἰ τινι εἰς ἔριδα

Σημειώσεις

[επεξεργασία]

Εκφράσεις

[επεξεργασία]
  • ἀφικνοῦμαι ἐπί / εἰς πάντα: χρησιμοποιώ όλα τα μέσα
  • ἀφικνοῦμαι εἰς τόξευμα: φτάνω σε ακτίνα βολής

Παράγωγα

[επεξεργασία]
  • (Χρειάζεται επεξεργασία)

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. ἀφικνοῦμαι-έομαι σελ.1241 -  Δημητράκος, Δημήτριος Β. (1964) Μέγα λεξικὸν ὅλης τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης, 1930-1950. 2η έκδοση:1964. Αθήνα: Εκδόσεις: Δομή (15 τόμοι) & επανεκδόσεις, 1η έκδοση:1953 (9 τόμοι) Ελληνική Παιδεία. (συντομογραφίες & συγγραφέων)