ἀφροδισιαστικός
Εμφάνιση
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ἀφροδισιαστικός < ἀφροδισιασμός
Επίθετο
[επεξεργασία]ἀφροδισιαστικός -ή -όν
- που αναφέρεται στη γενετήσια ηδονή
- που ρέπει προς τη γενετήσια ηδονή
- που αυξάνει τη διάθεση για ερωτική επαφή
Συνώνυμα
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- ἀφροδισιαστικός - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.