Μετάβαση στο περιεχόμενο

ἀχρήσιμος

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
ελληνιστική κοινή (αρχαία κλίση)
δε μαρτυρείται δυϊκός αριθμός
 γένη αρσενικό & θηλυκό ουδέτερο
 πτώσεις       ενικός      
ονομαστική / ἀχρήσιμος τὸ ἀχρήσιμον
      γενική τοῦ/τῆς ἀχρησίμου τοῦ ἀχρησίμου
      δοτική τῷ/τῇ ἀχρησίμ τῷ ἀχρησίμ
    αιτιατική τὸν/τὴν ἀχρήσιμον τὸ ἀχρήσιμον
     κλητική ! ἀχρήσιμε ἀχρήσιμον
 πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ/αἱ ἀχρήσιμοι τὰ ἀχρήσιμ
      γενική τῶν ἀχρησίμων τῶν ἀχρησίμων
      δοτική τοῖς/ταῖς ἀχρησίμοις τοῖς ἀχρησίμοις
    αιτιατική τοὺς/τὰς ἀχρησίμους τὰ ἀχρήσιμ
     κλητική ! ἀχρήσιμοι ἀχρήσιμ
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ ἀχρησίμω τὼ ἀχρησίμω
      γεν-δοτ τοῖν ἀχρησίμοιν τοῖν ἀχρησίμοιν
2η κλίση, Κατηγορία 'δύσκολος' όπως «δύσκολος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ἀχρήσιμος (ελληνιστική κοινή) < ἀ- στερητικό + χρήσιμος

Επίθετο

[επεξεργασία]

ἀχρήσιμος, -ος, -ον (ελληνιστική κοινή)