ἁβρυντικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἁβρυντικός < ἁβρύνω

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ἁβρυντικός, -ή, -όν

  1. ο καλλωπιστικός
  2. ο αναφερόμενος σε, ή σε συμπεριφορά του αβρυντή