ἁβρύνομαι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἁβρύνομαι < ποιητικό μεταγενέστερη ελληνική του ἁβρύνω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

ἁβρύνομαι (α΄ πρόσωπο μέσου ενεστώτα)
  1. γίνομαι αβρός, μαλθακός
  2. ζω με αβρότητα, ίσως αλαζονικά
  3. με δοτική : ἁβρύνομαι τινί = υπερηφανεύομαι για κάτι

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

Nuvola filesystems services.svg Σημειώσεις[επεξεργασία]

  • στη μέση φωνή περισσότερο δόκιμος είναι ο παρατατικός τύπος: ἡβρυνόμην