ἁβρύνω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἁβρύνω < ἁβρός + -ύνω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

Αρχικοί χρόνοι Ενεργητική φωνή Μέση-Παθητική φωνή
Ενεστώτας ἁβρύνω ἁβρύνομαι
Παρατατικός ἥβρυνον ἡβρυνόμην
Μέλλοντας ἁβρυνῶ ----(*)----
Αόριστος ἥβρυνα ----(*)----
Παρακείμενος ----(*)---- ----(*)----
Υπερσυντέλικος ----(*)---- ----(*)----
Συντελεσμένος Μέλλοντας


ἁβρύνω (α΄πρόσωπο οριστικής ενεργητικού ενεστώτα)

  1. κάνω κάποιον αβρό
  2. μεταχειρίζομαι κάποιον με αβρότητα, συμπεριφέρομαι με λεπτότητα, ευγένεια
  3. εξαπατώ κάποιον μεταχειρισόμενος τους καλούς τρόπους
  4. κάνω κάποιον μαλθακό
  5. αβρύνομαι: ζω με αβρότητα και υπερηφανεύομαι, φέρομαι ίσως αλαζονικά
  6. με αιτιατική: καμαρώνω για κάτι

Nuvola apps noatun.png Παράγωγες λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

Nuvola filesystems services.svg Σημειώσεις[επεξεργασία]

  • το ρήμα ἁβρύνω είναι ελλιπές, η χρήση του είναι περισσότερο στη μέση φωνή "ἁβρύνομαι", που είναι ποιητικό και μεταγενέστερο, στην αρχαία πεζογραφία απαντάται από τον Ξενοφώντα (Αγησίλαος 9,2) και τον Πλάτωνα (Απολογία 20).