ἁγιοκτόνος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἁγιοκτόνος < μεταγενέστερη ελληνική ἅγιος + κτείνω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ἁγιοκτόνος αρσενικό

  • αυτός που καταστρέφει οτιδήποτε ιερό, ή φονεύει ενάρετους, ασκητές, ιερείς κ.λπ.