ἁγνός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική ἁγνός ἁγνή ἁγνόν ἁγνοί ἁγναί ἁγνά
Γενική ἁγνοῦ ἁγνῆς ἁγνοῦ ἁγνῶν ἁγνῶν ἁγνῶν
Δοτική ἁγνῷ ἁγνῇ ἁγνῷ ἁγνοῖς ἁγναῖς ἁγνοῖς
Αιτιατική ἁγνόν ἁγνήν ἁγνόν ἁγνούς ἁγνάς ἁγνά
Κλητική ἁγνέ ἁγνή ἁγνόν ἁγνοί ἁγναί ἁγνά
Δυικός Αρσενικό-Ουδέτερο Θηλυκό
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική ἁγνώ ἁγνά
Γενική-Δοτική ἁγνοῖν ἁγναῖν

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἁγνός < ινδοευρωπαϊκή ρίζα *Hieh₂ǵ- «ευσέβεια, λατρεία». Συγγενή τα ἅζομαι, ἅγιος

Επίθετο[επεξεργασία]

ἁγνός

  1. αγνός, καθαρός, ιερός, αμόλυντος
  2. (για κορίτσια) αγνός, παρθένος
  3. αθώος (για αιματηρό έγκλημα)
  4. ορθός

Πηγές[επεξεργασία]