ἁγνός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική ἁγνός ἁγνή ἁγνόν ἁγνοί ἁγναί ἁγνά
Γενική ἁγνοῦ ἁγνῆς ἁγνοῦ ἁγνῶν ἁγνῶν ἁγνῶν
Δοτική ἁγνῷ ἁγνῇ ἁγνῷ ἁγνοῖς ἁγναῖς ἁγνοῖς
Αιτιατική ἁγνόν ἁγνήν ἁγνόν ἁγνούς ἁγνάς ἁγνά
Κλητική ἁγνέ ἁγνή ἁγνόν ἁγνοί ἁγναί ἁγνά
Δυικός Αρσενικό-Ουδέτερο Θηλυκό
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική ἁγνώ ἁγνά
Γενική-Δοτική ἁγνοῖν ἁγναῖν

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἁγνός < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *Hieh₂ǵ- «ευσέβεια, λατρεία». Συγγενή τα ἅζομαι, ἅγιος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ἁγνός

  1. αγνός, καθαρός, ιερός, αμόλυντος
  2. (για κορίτσια) αγνός, παρθένος
  3. αθώος (για αιματηρό έγκλημα)
  4. ορθός

Open book icon.png Πηγές[επεξεργασία]