Μετάβαση στο περιεχόμενο

ἁλίβαπτος

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 γένη αρσενικό & θηλυκό ουδέτερο
 πτώσεις       ενικός      
ονομαστική / ἁλίβαπτος τὸ ἁλίβαπτον
      γενική τοῦ/τῆς ἁλιβάπτου τοῦ ἁλιβάπτου
      δοτική τῷ/τῇ ἁλιβάπτ τῷ ἁλιβάπτ
    αιτιατική τὸν/τὴν ἁλίβαπτον τὸ ἁλίβαπτον
     κλητική ! ἁλίβαπτε ἁλίβαπτον
 πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ/αἱ ἁλίβαπτοι τὰ ἁλίβαπτ
      γενική τῶν ἁλιβάπτων τῶν ἁλιβάπτων
      δοτική τοῖς/ταῖς ἁλιβάπτοις τοῖς ἁλιβάπτοις
    αιτιατική τοὺς/τὰς ἁλιβάπτους τὰ ἁλίβαπτ
     κλητική ! ἁλίβαπτοι ἁλίβαπτ
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ ἁλιβάπτω τὼ ἁλιβάπτω
      γεν-δοτ τοῖν ἁλιβάπτοιν τοῖν ἁλιβάπτοιν
2η κλίση, Κατηγορία 'δύσκολος' όπως «δύσκολος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ἁλίβαπτος < ἁλί- (< ἅλς) + βαπτός (< βάπτω (βυθίζω, βουτώ))

Επίθετο

[επεξεργασία]

ἁλίβαπτος, -ος, -ον

  1. που βυθίστηκε ή πνίγηκε στη θάλασσα
  2. (για ένα είδος πουλιού) πορφυρός