ἁλιεύς

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: αλιεύς

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική ἁλιεύς ἁλι ἁλιεῖς
Γενική ἁλιέως ἁλιέοιν ἁλιέων
Δοτική ἁλιεῖ ἁλιέοιν ἁλιεῦσι(ν)
Αιτιατική ἁλιέα ἁλι ἁλιέας
Κλητική ἁλιε ἁλι ἁλιεῖς

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἁλιεύς < ἅλς + -εύς

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ἁλιεύς αρσενικό

  1. αλιεύς, ψαράς
  2. ναυτικός, ναύτης
  3. (ιχθυολογία) είδος ψαριού
     συνώνυμα: βάτραχος

Πηγές[επεξεργασία]