ἁμός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: ἀμός, ἆμος

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Ετυμολογία 1[επεξεργασία]

Από ΙΕΕ ρίζα sṃ- (βλέπε και ἅμα). Συγγενές με τα γοτθικά sums (κάποιος), suman (κάποτε)

Αντωνυμία 1[επεξεργασία]

ἁμός

Ετυμολογία 2[επεξεργασία]

Βλέπε και τα ὑμός (αντί του ὑμέτερος), σφός (αντί του σφέτερος)

Αντωνυμία 2[επεξεργασία]

ἁμός, -ή, -όν

  1. δικός μας
     συνώνυμα: ἡμέτερος
  2. δικός μου (γράφεται και με ψιλή ἀμός)
    οὐδέ πω ἁμῆς γῆς ἐπέβην (Ομήρου Οδύσσεια, λ 166-7)
     συνώνυμα: ἐμός

Αναφορές[επεξεργασία]

  • Henry Liddell - Robert Scott, A Greek English Lexicon, 7th Edition, 1883, σελίδα 80