ἄβαπτος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἄβαπτος < α- στερητικό και βάπτω)

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ἄβαπτος, -ος, -ον

  1. αυτός που δεν έχει χρωματιστεί, ο άβαφος
  2. ειδικότερα για μέταλλα: αυτός που δεν ψύχθηκε ακόμα σε νερό για να γίνει σκληρότερος