ἄβλαστος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἄβλαστος < α- στερητικό και βλαστάνω

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ἄβλαστος, -ος, -ον

  1. αυτός που δεν βλασταίνει κανονικά, ο ἄγονος

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

ἀβλαστής