Μετάβαση στο περιεχόμενο

ἄγαν

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ἄγαν < (κληρονομημένο) πρωτοελληνική *əgān < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *m̥ǵ-éh₂-m, αιτιατική ενικού του *méǵh₂s («μεγάλος», απ᾿ όπου το μέγας).[1]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /á.gaːn/ και /á.gan/ (5ος π.Χ. αιώνας Αττική)
τυπογραφικός συλλαβισμός: γαν

Επίρρημα

[επεξεργασία]

ἄγαν (ᾰγᾱν ή ᾰγᾰν σε μεταγενεστέρους ποιητές) (ποσοτικό επίρρημα)

  1. (πάρα) πολύ
     συνώνυμα: μέγα
  2. (αρνητική χροιά) υπερβολικά
    παράδειγμα μηδὲν ἄγαν
         τίποτα υπερβολικά
    • με επίθετα
      6ος/5ος πκε αιώνας Αἰσχύλος, Πέρσαι, στίχ. 515
    ἄγαν βαρύς
    υπερβολικά βαρύς
      6ος/5ος πκε αιώνας Αἰσχύλος, Ἀγαμέμνων, στίχ. 485
    πιθανὸς ἄγαν
    υπερβολικά πιθανώς
    • με ουσιαστικά
      5ος/4ος πκε αιώνας Πλάτων, Πολιτεία, 8, 564a
    ἄγαν ἐλευθερία
    • χωρίς το άρθρο
      5ος/4ος πκε αιώνας Πλάτων, Πολιτεία, 8, 564a
    εἰς ἄγαν δουλείαν

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. ἄγᾱν σελ. 8 -  Beekes, Robert S. P. (2010) στο Etymological Dictionary of Greek. [Ετυμολογικό λεξικό της ελληνικής γλώσσας] (στα αγγλικά) με την αρωγή του Lucien van Beek. Leiden: Brill. Τόμοι 12.