Μετάβαση στο περιεχόμενο

ἄγγος

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ἄγγος < ἀγκή

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ἄγγος ουδέτερο, γενική ἄγγεος, ἄγγους

  1. αγγείο για κρασί ή γάλα ή στερεές ουσίες
  2. λίκνο, κούνια
  3. κιβώτιο, λάρναξ
  4. πίθος
  5. (συνεκδοχικά) κοιλότητα του σώματος, π.χ. μήτρα ή στομάχι

Συγγενικά

[επεξεργασία]