ἄγγος
Εμφάνιση
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ἄγγος < ἀγκή
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]ἄγγος ουδέτερο, γενική ἄγγεος, ἄγγους
- αγγείο για κρασί ή γάλα ή στερεές ουσίες
- λίκνο, κούνια
- κιβώτιο, λάρναξ
- πίθος
- (συνεκδοχικά) κοιλότητα του σώματος, π.χ. μήτρα ή στομάχι
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- ἄγγος - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- ἄγγος - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.