ἄγκος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική ἄγκος ἄγκει ἄγκη
Γενική ἄγκους ἀγκοῖν ἀγκῶν
Δοτική ἄγκει ἀγκοῖν ἄγκεσι(ν)
Αιτιατική ἄγκος ἄγκει ἄγκη
Κλητική ἄγκος ἄγκει ἄγκη

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἄγκος < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *h₂énkos (καμπή)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ἄγκος ουδέτερο

  1. κοίλωμα, καμπή
  2. κοιλάδα