Μετάβαση στο περιεχόμενο

ἄγκωμα

Από Βικιλεξικό

Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ἄγκωμα (μεσαιωνικά κυπριακά) < ἀγκώνω + -μα,  δείτε  ελληνιστική κοινή ὄγκωμα

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ἄγκωμα ουδέτερο (και σήμερα σε χρήση ως ιδιωματικό)

  • (μεταφορικά) στενοχώρια, ψυχικό «βάρος»
      16ος αιώνας, Κυπριακά ερωτικά ποιήματα (1546-1570), ανωνύμου, ποίημα 25, στ. 12 (9-12) στο Émile Legrand, (επιμ.), Bibliothèque grecque vulgaire, Τόμος 2 @books.google.gr
    Μόνον κ’ εἶναι πουλὶν, πάντες λυπᾶται
    τὰ πάθη μου καὶ κεῖνον, καὶ θρηνίζει,
    κὴ ἀφ’ ὧν μὲ τόσην πλῆξιν μ’ ἀγνωρίζει
    τ’ ἀγκώματά του ’ξ αὐτοῦ μου ξηγᾶται.
    ΣτΕ: Ο ποιητής αναφέρεται σ' ένα αηδόνι.

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Κλιτικοί τύποι

[επεξεργασία]
  • ἀγκώματα (ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού)