ἄγλις

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση
Ενικός
Δυϊκός
Πληθυντικός
Ονομαστική ἄγλις ἄγλῑθε ἄγλῑθες
Γενική ἄγλῑθος ἀγλίθοιν ἀγλίθων
Δοτική ἄγλῑθι ἀγλίθοιν ἄγλισι
Αιτιατική ἄγλιν ἄγλῑθε ἄγλῑθας
Κλητική ἄγλι ἄγλῑθε ἄγλῑθες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἄγλις < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ἄγλις θηλυκό

  1. σκελίδα σκόρδου
    • μὰ Δί᾽ ἀλλὰ παρ᾽ Εὐχαρίδου καὐτὸς τρεῖς γ᾽ ἄγλιθας μετέπεμψα (Ἀριστοφάνης, Σφῆκες, 680)
    • Άγλιθες: Εξ ων η κεφαλή του σκορόδου σύγκειται ή σκορόδων κεφαλαί, αγλίδια, σκόροδα Μέγα Ετυμολογικόν. Λεξικό του 12ου αιώνα, βασισμένο σε προγενέστερο του 9ου αιώνα

Nuvola filesystems services.svg Σημειώσεις[επεξεργασία]

  • η ονομαστική πληθυντικού και ἀγλῖθες