ἄγρευμα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἄγρευμα < ἀγρεύω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ἄγρευμα-ατος ουδέτερο

  1. αυτό που πιάνεται στο κυνήγι, το θήραμα, αλλά και αυτό που συλλέγεται (π.χ. τα λουλούδια)
  2. τα μέσα σύλληψης του θηράματος (π.χ. τα κυνηγόσκυλα, το δίχτυ), αλλά και τα μέσα παγίδευσης ανθρώπων (σαν το δίχτυ που έρριξαν στον Αγαμέμνονα)