Μετάβαση στο περιεχόμενο

ἄγρευμα

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική τὸ ἄγρευμᾰ τὰ ἀγρεύμᾰτᾰ
      γενική τοῦ ἀγρεύμᾰτος τῶν ἀγρευμᾰ́των
      δοτική τῷ ἀγρεύμᾰτῐ τοῖς ἀγρεύμᾰσῐ(ν)
    αιτιατική τὸ ἄγρευμᾰ τὰ ἀγρεύμᾰτᾰ
     κλητική ὦ! ἄγρευμᾰ ἀγρεύμᾰτᾰ
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  ἀγρεύμᾰτε
γεν-δοτ τοῖν  ἀγρευμᾰ́τοιν
3η κλίση, Κατηγορία 'ὄνομα' όπως «ὄνομα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ἄγρευμα < ἀγρεύω + -μα

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ἄγρευμα, -ατος ουδέτερο

  1. αυτό που πιάνεται στο κυνήγι, το θήραμα, αλλά και αυτό που συλλέγεται (π.χ. τα λουλούδια)
  2. τα μέσα σύλληψης του θηράματος (π.χ. τα κυνηγόσκυλα, το δίχτυ), αλλά και τα μέσα παγίδευσης ανθρώπων (σαν το δίχτυ που έρριξαν στον Αγαμέμνονα)