ἄγροικος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική ὁ, ἡ ἄγροικος τὸ ἄγροικον οἱ, αἱ ἄγροικοι τὰ ἄγροικα
Γενική τοῦ, τῆς ἀγροίκου τοῦ ἀγροίκου τῶν ἀγροίκων τῶν ἀγροίκων
Δοτική τῷ, τῇ ἀγροίκῳ τῷ ἀγροίκῳ τοῖς, ταῖς ἀγροίκοις τοῖς ἀγροίκοις
Αιτιατική τὸν, τὴν ἄγροικον τὸ ἄγροικον τοὺς, τὰς ἀγροίκους τὰ ἄγροικα
Κλητική ἄγροικε ἄγροικον ἄγροικοι ἄγροικα
Πτώσεις Δυικός
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική ἀγροίκω
Γενική-Δοτική ἀγροίκοιν

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἄγροικος < ἀγρός και οἰκέω

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ἄγροικος,ος,ον ( & μεταγενέστερα ἀγροῖκος)

  1. που ζει στους αγρούς (π.χ. ζώο)
  2. ο χωριάτικος, ο αμόρφωτος, ο αγροίκος, ο άξεστος, ο ακατέργαστος
    • αἷς εἴ τις ἀπιστῶν προσβιβᾷ κατὰ τὸ εἰκὸς ἕκαστον, ἅτε ἀγροίκῳ τινὶ σοφίᾳ χρώμενος, πολλῆς αὐτῷ σχολῆς δεήσει (: αν κάποιος χωρίς να τα πιστεύει αυτά αναλάβει να εξηγήσει το καθένα τους με τον τρόπο που του φαίνεται πιθανότερος, επιστρατεύοντας μια ακατέργαστη γνώση, θα του πάρει πάρα πολύ χρόνο -Πλάτωνας, Φαίδρος, 230)
    • ἆρ᾽ οὖν, ὦ ἀγαθέ, ἀγροικότερον τοῦ δέοντος λελοιδορήκαμεν τὴν τῶν λόγων τέχνην (Πλάτ. στον Φαίδρο, 260)
    • τό, εἰ μὲν τὸ σῶμα κάκιον ἔχοντι ἀπήντησάς τῳ, μὴ ἂν ὀργίζεσθαι, ὅτι δὲ τὴν ψυχὴν ἀγροικοτέρως διακειμένῳ περιέτυχες, τοῦτό σε λυπεῖ (δεν θα οργιζόσουν αν είχες συναντήσει στο δρόμο έναν άνθρωπο με χειρότερη υγεία από τη δική σου, αλλά ενοχλείσαι επειδή συνάντησες κάποιον που είχε πιο άξεστους τρόπους (Ξενοφ.)
  3. ο γεωμόρος, γενικά ο αγρότης, το αγροτικό
    • εἶτ᾽ ἔδοξεν αὐτοῖς διὰ τὸ στασιάζειν ἄρχοντας ἑλέσθαι δέκα, πέντε μὲν εὐπατριδῶν, τρεῖς δὲ ἀγροίκων, δύο δὲ δημιουργῶν (Αριστοτέλης)
  4. τραχύς, μη βρώσιμος, αγίνωτος, ανώριμος
    ὃς ἂν ἀγροίκου ὀπώρας γεύσηται... πρὶν ἐλθεῖν τὴν ὥραν τὴν τοῦ τρυγᾶν (αν κάποιος δοκιμάσει φρούτα αγίνωτα... πρην την εποχή του τρύγου τους)