ἄγχω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc)[επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἄγχω < θέμα ἄγχ- συγγενές του ἄγχι (πλησίον)

Ρήμα[επεξεργασία]

ἄγχω

  1. πιέζω
  2. αγκαλιάζω
    • (στην πάλη)
  3. πνίγω, στραγγαλίζω
    τὸν Κέρβερον ἀπῇξας ἄγχων
  4. (μεταφορικά) πιέζω

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]

  • Henry Liddell - Robert Scott, A Greek English Lexicon, 7th Edition, 1883, σελίδα 17