ἄδικος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική ὁ, ἡ ἄδικος τὸ ἄδικον οἱ, αἱ ἄδικοι τὰ ἄδικα
Γενική τοῦ, τῆς ἀδίκου τοῦ ἀδίκου τῶν ἀδίκων τῶν ἀδίκων
Δοτική τῷ, τῇ ἀδίκῳ τῷ ἀδίκῳ τοῖς, ταῖς ἀδίκοις τοῖς ἀδίκοις
Αιτιατική τὸν, τὴν ἄδικον τὸ ἄδικον τοὺς, τὰς ἀδίκους τὰ ἄδικα
Κλητική ἄδικε ἄδικον ἄδικοι ἄδικα
Πτώσεις Δυικός
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική ἀδίκω
Γενική-Δοτική ἀδίκοιν

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἄδικος < α στερητικό και δίκη

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ἄδικος, -ος, -ον παραθετικά: ἀδικώτερος, αδικώτατος

  1. που αδικεί
  2. που είναι άδικος, κάτι που δεν είναι δίκαιο
  3. απείθαρχος (για άλογα κ.λπ.)
  4. βλαβερός

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • ἄδικος ἡμέρα : η μέρα κατά την οποία έχουν αργία τα δικαστήρια
  • ἄδικος πλοῦτος : περιουσία που αποκτήθηκε με άδικα μέσα
  • ἄδικος λόγος :
  • ἀδίκων χειρῶν ἄρχω : αρχίζω πρώτος κάτι αρνητικό (καβγά, διαφωνία, αδικία)
  • δίκαν ἐξ ἀδίκων ἀπαιτῶ : θέλω να βρω το δίκιο μου (το δίκαιο στην αδικία που μου έκαναν)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]