ἄδωρος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική ὁ, ἡ ἄδωρος τὸ ἄδωρον οἱ, αἱ ἄδωροι τὰ ἄδωρα
Γενική τοῦ, τῆς ἀδώρου τοῦ ἀδώρου τῶν ἀδώρων τῶν ἀδώρων
Δοτική τῷ, τῇ ἀδώρῳ τῷ ἀδώρῳ τοῖς, ταῖς ἀδώροις τοῖς ἀδώροις
Αιτιατική τὸν, τὴν ἄδωρον τὸ ἄδωρον τοὺς, τὰς ἀδώρους τὰ ἄδωρα
Κλητική ἄδωρε ἄδωρον ἄδωροι ἄδωρα
Πτώσεις Δυικός
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική ἀδώρω
Γενική-Δοτική ἀδώροιν

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἄδωρος < ἀ- + δῶρον + -ος < δίδωμι

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ἄδωρος, -ος, -ον (επίρρημα: ἀδώρως)

  1. χωρίς δώρα, που δεν λαμβάνει δώρα
  2. αδωροδόκητος, αδιάφθορος
  3. που δεν δίνει δώρα
  4. χωρίς μισθό, άμισθος

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]