ἄθλιος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : άθλιος

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική ἄθλιος ἀθλία ἄθλιον ἄθλιοι ἄθλιαι ἄθλια
Γενική ἀθλίου ἀθλίας ἀθλίου ἀθλίων ἀθλίων ἀθλίων
Δοτική ἀθλίῳ ἀθλίᾳ ἀθλίῳ ἀθλίοις ἀθλίαις ἀθλίοις
Αιτιατική ἄθλιον ἀθλίαν ἄθλιον ἀθλίους ἀθλίας ἄθλια
Κλητική ἄθλιε ἀθλία ἄθλιον ἄθλιοι ἄθλιαι ἄθλια
Δυικός Αρσενικό-Ουδέτερο Θηλυκό
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική ἀθλίω ἀθλία
Γενική-Δοτική ἀθλίοιν ἀθλίαιν
Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική ὁ, ἡ ἄθλιος τὸ ἄθλιον οἱ, αἱ ἄθλιοι τὰ ἄθλια
Γενική τοῦ, τῆς ἀθλίου τοῦ ἀθλίου τῶν ἀθλίων τῶν ἀθλίων
Δοτική τῷ, τῇ ἀθλίῳ τῷ ἀθλίῳ τοῖς, ταῖς ἀθλίοις τοῖς ἀθλίοις
Αιτιατική τὸν, τὴν ἄθλιον τὸ ἄθλιον τοὺς, τὰς ἀθλίους τὰ ἄθλια
Κλητική ἄθλιε ἄθλιον ἄθλιοι ἄθλια
Πτώσεις Δυικός
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική ἀθλίω
Γενική-Δοτική ἀθλίοιν

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἄθλιος < ἄεθλον / ἆθλον

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ἄθλιος, -α/-ος, -ον

  1. (με τη μορφή ἀέθλιος) αυτός που κερδίζει ένα βραβείο ή αγωνίζεται γι'αυτό
  2. δυστυχής, ταλαίπωρος
    οἰκτρὰ σύ, τέκνον, ἀθλία δ᾽ ἐγὼ γυνή (Ευριπ. Εκάβη, 417)
  3. άθλιος