Μετάβαση στο περιεχόμενο

ἄκαινα

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ἄκαιν αἱ ἄκαιναι
      γενική τῆς ἀκαίνης τῶν ἀκαινῶν
      δοτική τῇ ἀκαίν ταῖς ἀκαίναις
    αιτιατική τὴν ἄκαινᾰν τὰς ἀκαίνᾱς
     κλητική ! ἄκαιν ἄκαιναι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  ἀκαίν
γεν-δοτ τοῖν  ἀκαίναιν
1η κλίση, Κατηγορία 'θάλασσα' όπως «θάλασσα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ἄκαινα < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *h₂eḱ-

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ἄκαινα, -ης θηλυκό

  1. αιχμή, βουκέντρα
     συνώνυμα: ἄκανθα, βούκεντρον
  2. (μονάδα μέτρησης) ράβδος μήκους δέκα ποδιών, που χρησιμοποιούταν ως μέτρο
  3. (μονάδα μέτρησης) μονάδα ίση με 100 τετραγωνικά πόδια που χρησιμοποιούταν στην Αίγυπτο

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Παράγωγα

[επεξεργασία]