ἄκανθα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : ἄκανθος, άκανθα, άκανθος

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική ἄκανθα ἀκάνθα ἄκανθαι
Γενική ἀκάνθης ἀκάνθαιν ἀκανθῶν
Δοτική ἀκάνθ ἀκάνθαιν ἀκάνθαις
Αιτιατική ἄκανθαν ἀκάνθα ἀκάνθας
Κλητική ἄκανθα ἀκάνθα ἄκανθαι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἄκανθα < ἀκή +‎ ἄνθος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ἄκανθα θηλυκό

  1. άκανθα
  2. ακανθώδες φυτό
  3. ακανθώνας, τόπος γεμάτος αγκαθωτά φυτά
  4. αγκάθι
  5. γαϊδουράγκαθο
  6. μυτερή, λεπτή και σκληρή προεξοχή (π.χ. οστού)
  7. τα λεπτά οστά του ψαροκόκαλου, η σπονδυλική στήλη των ψαριών ή των ερπετών
  8. ακανθώδη ζητήματα, δυσκολίες