Μετάβαση στο περιεχόμενο

ἄκανθα

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης : άκανθα, ἄκανθος, άκανθος

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ἀ˘κανθα-
ονομαστική ἡ ἄκανθᾰ αἱ ἄκανθαι
      γενική τῆς ἀκάνθης τῶν ἀκανθῶν
      δοτική τῇ ἀκάνθῃ ταῖς ἀκάνθαις
    αιτιατική τὴν ἄκανθᾰν τὰς ἀκάνθᾱς
     κλητική ὦ! ἄκανθᾰ ἄκανθαι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  ἀκάνθᾱ
γεν-δοτ τοῖν  ἀκάνθαιν
1η κλίση, Κατηγορία 'θάλασσα' όπως «θάλασσα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ἄκανθα, ήδη ομηρικό < πιθανές εκδοχές: [1]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ἄκανθα, -ης θηλυκό

  1. άκανθα, αγκάθι
    ※  1ος κε αιώνας ⌘ Διοσκουρίδης Πεδάνιος, Περὶ ὕλης ἰατρικῆςw, 3, 8 @poesialatina.it
    ἀλλὰ ἀφίησιν ἐκ τοῦ μέσου ἄκανθαν ὁμοίαν ἐχίνῳ θαλασσίῳ ἢ κινάρᾳ
  2. (φυτό) ακανθώδες φυτό
  3. ακανθώνας, τόπος γεμάτος αγκαθωτά φυτά
  4. (φυτό) γαϊδουράγκαθο
  5. μυτερή, λεπτή και σκληρή προεξοχή (όπως οστού)
  6. τα λεπτά οστά του ψαροκόκαλου, η σπονδυλική στήλη των ψαριών ή των ερπετών
  7. (μεταφορικά) ακανθώδη ζητήματα, δυσκολίες

Παράγωγα

[επεξεργασία]
 ετυμολογικό πεδίο 
ἀκανθ- 

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. ↑ ἄκανθα -  Diccionario Griego-Español (DGE en línea) [Λεξικό ελληνικών (αρχαίων) - ισπανικών online] (στα ισπανικά) του Francisco R. Adrados (Φρανθίσκο Αδράδος) & Juan Rodríguez Somolinos, έως στο λήμμα «ἔξαυος» (συντομογραφίες).