ἄκανος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική ἄκανος ἀκάνω ἄκανοι
Γενική ἀκάνου ἀκάνοιν ἀκάνων
Δοτική ἀκάν ἀκάνοιν ἀκάνοις
Αιτιατική ἄκανον ἀκάνω ἀκάνους
Κλητική ἄκανε ἀκάνω ἄκανοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἄκανος < ἀκή/ἀκίς

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ἄκανος αρσενικό (ἄκᾰνος)

  1. είδος αγκαθιού
  2. το αγκαθωτό κεφάλι φυτού
  3. η ακανθώδης υφή κάποιων καρπών (π.χ. ανανά)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]