ἄκμων
Εμφάνιση
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ὁ | ἄκμων | οἱ | ἄκμονες |
| γενική | τοῦ | ἄκμονος | τῶν | ἀκμόνων |
| δοτική | τῷ | ἄκμονῐ | τοῖς | ἄκμοσῐ(ν) |
| αιτιατική | τὸν | ἄκμονᾰ | τοὺς | ἄκμονᾰς |
| κλητική ὦ! | ἄκμον | ἄκμονες | ||
| δυϊκός | ||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | ἄκμονε | ||
| γεν-δοτ | τοῖν | ἀκμόνοιν | ||
| Το δίχρονο φωνήεν της παραλήγουσας είναι βραχύ. | ||||
| 3η κλίση, Κατηγορία 'γείτων' όπως «μέμνων» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
| επική κλίση | ||||||||
| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ὁ | ἄκμων | οἱ/τοὶ | ἄκμονες | ||||
| γενική | τοῦ/τοῖο | ἄκμονος | τῶν | ἀκμόνων | ||||
| δοτική | τῷ | ἄκμονῐ | τοῖς/τοῖσι(ν) | ἄκμοσῐ(ν) | ||||
| αιτιατική | τὸν | ἄκμονᾰ | τοὺς | ἄκμονᾰς | ||||
| κλητική ὦ! | ἄκμον | ἄκμονες | ||||||
| δυϊκός | ||||||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | ἄκμονε | ||||||
| γεν-δοτ | τοῖιν | ἀκμόνοιν | ||||||
| Το δίχρονο φωνήεν της παραλήγουσας είναι βραχύ. | ||||||||
| 3η κλίση, Κατηγορία 'γείτων' όπως «μέμνων» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ἄκμων < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *h₂éḱmō
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]ἄκμων, -ονος αρσενικό
- (αστρονομία) μετεωρόλιθος, κεραυνός
- (κουζινικά) κόπανος, γουδοχέρι
- αμόνι σιδηρουργού
- (πτηνό) είδος αετού
- (θηλαστικό ζώο) είδος λύκου
Παράγωγα
[επεξεργασία]Απόγονοι
[επεξεργασία]ἄκμων (αρχαία ελληνικά)
- → νέα ελληνικά: άκμων, άκμονας, αμόνι
| → γένη | αρσενικό & θηλυκό | ουδέτερο | ||||
| ↓ πτώσεις | ενικός | |||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ὁ/ἡ | ἄκμων | τὸ | ἀκμον | ||
| γενική | τοῦ/τῆς | ἄκμονος | τοῦ | ἄκμονος | ||
| δοτική | τῷ/τῇ | ἄκμονῐ | τῷ | ἄκμονῐ | ||
| αιτιατική | τὸν/τὴν | ἄκμονᾰ - ἄκμω | τὸ | ἀκμον | ||
| κλητική ὦ! | ἀκμον | ἀκμον | ||||
| ↓ πτώσεις | πληθυντικός | |||||
| ονομαστική | οἱ/αἱ | ἄκμονες - ἄκμους | τὰ | ἄκμονᾰ - ἄκμω | ||
| γενική | τῶν | ἀκμόνων | τῶν | ἀκμόνων | ||
| δοτική | τοῖς/ταῖς | ἄκμoσῐ(ν) | τοῖς | ἄκμoσῐ(ν) | ||
| αιτιατική | τοὺς/τὰς | ἄκμονᾰς - ἄκμους | τὰ | ἄκμονᾰ - ἄκμω | ||
| κλητική ὦ! | ἄκμονες - ἄκμους | ἄκμονᾰ - ἄκμω | ||||
| δυϊκός | ||||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | ἄκμονε | τὼ | ἄκμονε | ||
| γεν-δοτ | τοῖν | ἀκμόνοιν | τοῖν | ἀκμόνοιν | ||
| 3η κλίση, Κατηγορία 'βελτίων' όπως «βελτίων» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές | ||||||
Επίθετο
[επεξεργασία]ἄκμων, -ων, -ον
Πηγές
[επεξεργασία]- ἄκμων - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- ἄκμων - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά με κλίση 'γείτων' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'μέμνων' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 3ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 3ης κλίσης αρσενικά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'μέμνων' αρσενικά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά παροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά παροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις παροξύτονες (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά με επικές κλίσεις (αρχαία ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *h₂éḱmō (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Ουσιαστικά (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Αστρονομία (αρχαία ελληνικά)
- Κουζινικά (αρχαία ελληνικά)
- Πτηνά (αρχαία ελληνικά)
- Ζώα (αρχαία ελληνικά)
- Θηλαστικά (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις με ετυμολογικούς απογόνους (αρχαία ελληνικά)
- Επίθετα με κλίση 'βελτίων' (αρχαία ελληνικά)
- Επίθετα 3ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
- Επίθετα που κλίνονται όπως το 'βελτίων' (αρχαία ελληνικά)
- Επίθετα παροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Επίθετα (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)