Μετάβαση στο περιεχόμενο

ἄκμων

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ἄκμων οἱ ἄκμονες
      γενική τοῦ ἄκμονος τῶν ἀκμόνων
      δοτική τῷ ἄκμον τοῖς ἄκμοσῐ(ν)
    αιτιατική τὸν ἄκμον τοὺς ἄκμονᾰς
     κλητική ! ἄκμον ἄκμονες
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  ἄκμονε
γεν-δοτ τοῖν  ἀκμόνοιν
Το δίχρονο φωνήεν της παραλήγουσας είναι βραχύ.
3η κλίση, Κατηγορία 'γείτων' όπως «μέμνων» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
επική κλίση
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ἄκμων οἱ/τοὶ ἄκμονες
      γενική τοῦ/τοῖο ἄκμονος τῶν ἀκμόνων
      δοτική τῷ ἄκμον τοῖς/τοῖσι(ν) ἄκμοσῐ(ν)
    αιτιατική τὸν ἄκμον τοὺς ἄκμονᾰς
     κλητική ! ἄκμον ἄκμονες
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  ἄκμονε
γεν-δοτ τοῖιν  ἀκμόνοιν
Το δίχρονο φωνήεν της παραλήγουσας είναι βραχύ.
3η κλίση, Κατηγορία 'γείτων' όπως «μέμνων» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ἄκμων < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *h₂éḱmō

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ἄκμων, -ονος αρσενικό

  1. (αστρονομία) μετεωρόλιθος, κεραυνός
  2. (κουζινικά) κόπανος, γουδοχέρι
     συνώνυμα:  ἀλετρίβανος, δοῖδυξ, κόπανον, λάκτις, ναγεύς, ὕπερος
  3. αμόνι σιδηρουργού
  4. (πτηνό) είδος αετού
  5. (θηλαστικό ζώο) είδος λύκου

Παράγωγα

[επεξεργασία]

Απόγονοι

[επεξεργασία]

ἄκμων (αρχαία ελληνικά)

νέα ελληνικά: άκμων, άκμονας, αμόνι
 γένη αρσενικό & θηλυκό ουδέτερο
 πτώσεις       ενικός      
ονομαστική / ἄκμων τὸ ἀκμον
      γενική τοῦ/τῆς ἄκμονος τοῦ ἄκμονος
      δοτική τῷ/τῇ ἄκμον τῷ ἄκμον
    αιτιατική τὸν/τὴν ἄκμον - ἄκμω τὸ ἀκμον
     κλητική ! ἀκμον ἀκμον
 πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ/αἱ ἄκμονες - ἄκμους τὰ ἄκμον - ἄκμω
      γενική τῶν ἀκμόνων τῶν ἀκμόνων
      δοτική τοῖς/ταῖς ἄκμoσῐ(ν) τοῖς ἄκμoσῐ(ν)
    αιτιατική τοὺς/τὰς ἄκμονᾰς - ἄκμους τὰ ἄκμον - ἄκμω
     κλητική ! ἄκμονες - ἄκμους ἄκμον - ἄκμω
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ ἄκμονε τὼ ἄκμονε
      γεν-δοτ τοῖν ἀκμόνοιν τοῖν ἀκμόνοιν
3η κλίση, Κατηγορία 'βελτίων' όπως «βελτίων» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Επίθετο

[επεξεργασία]

ἄκμων, -ων, -ον