Μετάβαση στο περιεχόμενο

ἄκρα

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: άκρα

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ἄκρ αἱ ἆκραι
      γενική τῆς ἄκρᾱς τῶν ἀκρῶν
      δοτική τῇ ἄκρ ταῖς ἄκραις
    αιτιατική τὴν ἄκρᾱν τὰς ἄκρᾱς
     κλητική ! ἄκρ ἆκραι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  ἄκρ
γεν-δοτ τοῖν  ἄκραιν
Το δίχρονο φωνήεν της παραλήγουσας είναι μακρό.
1η κλίση, ομάδα 'χώρα', Κατηγορία 'κολλύρα' όπως «χώρα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ἄκρα < θηλυκό του ἄκρος

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ἄκρα, -ας θηλυκό

  1. κορυφή, άκρη, τελευταία
    Lua error in Module:testing/grc at line 2059: attempt to call global 'to_cap' (a string value).
    ἐπειδὴ δὲ ἡμέρα ἐγένετο Χειρίσοφος μὲν θυσάμενος ἦγε κατὰ τὴν ὁδόν, οἱ δὲ τὸ ὄρος καταλαβόντες κατὰ τὰ ἄκρα ἐπῇσαν.
  2. ακρωτήριο, κάβος, αιγιαλός, παράκτια έκταση
  3. ακρόπολη
    Lua error in Module:testing/grc at line 2059: attempt to call global 'to_cap' (a string value).
    καὶ ἐρωτώμενοι οἱ ἐκπίπτοντες ἔλεγον ὅτι ἄκρα τέ ἐστιν ἔνδον καὶ οἱ πολέμιοι πολλοί, οἳ παίουσιν ἐκδεδραμηκότες τοὺς ἔνδον ἀνθρώπους.

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Επίρρημα

[επεξεργασία]

ἄκρα

Παράγωγα

[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος επιθέτου

[επεξεργασία]

ἄκρα

  1. ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ἄκρος
  2. ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ἄκρος