ἄλμα
Εμφάνιση
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| ελληνιστική κοινή (αρχαία κλίση) δεν μαρτυρείται δυϊκός αριθμός | ||||||||
| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | τὸ | ἄλμᾰ | τὰ | ἄλμᾰτᾰ | ||||
| γενική | τοῦ | ἄλμᾰτος | τῶν | ἀλμᾰ́των | ||||
| δοτική | τῷ | ἄλμᾰτῐ | τοῖς | ἄλμᾰσῐ(ν) | ||||
| αιτιατική | τὸ | ἄλμᾰ | τὰ | ἄλμᾰτᾰ | ||||
| κλητική ὦ! | ἄλμᾰ | ἄλμᾰτᾰ | ||||||
| δυϊκός | ||||||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | ἄλμᾰτε | ||||||
| γεν-δοτ | τοῖν | ἀλμᾰ́τοιν | ||||||
| 3η κλίση, Κατηγορία 'κτῆμα' όπως «κτῆμα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ἄλμα (ελληνιστική κοινή) < ἄλδω
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]ἄλμα, -ατος ουδέτερο (ελληνιστική κοινή)
- ταυτόσημο με ἄλσος
- ※ 4ος/3ος πκε αιώνας Λυκόφρων ο Χαλκιδεύς, Ἀλεξάνδρα, 319, @scaife.perseus
- ἵνʼ ἄλμα πάππου καὶ χαμευνάδος μόροι
- ※ 4ος/3ος πκε αιώνας Λυκόφρων ο Χαλκιδεύς, Ἀλεξάνδρα, 319, @scaife.perseus
Πηγές
[επεξεργασία]- ἄλμα - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά με αρχαίες κλίσεις (ελληνιστική κοινή)
- Ουσιαστικά με κλίση 'κτῆμα' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'βλέμμα' (ελληνιστική κοινή)
- Ουσιαστικά 3ης κλίσης (ελληνιστική κοινή)
- Ουσιαστικά 3ης κλίσης ουδέτερα (ελληνιστική κοινή)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (ελληνιστική κοινή)
- Ουσιαστικά παροξύτονα (ελληνιστική κοινή)
- Ουσιαστικά ουδέτερα παροξύτονα (ελληνιστική κοινή)
- Λέξεις παροξύτονες (ελληνιστική κοινή)
- Ελληνιστική κοινή
- Ουσιαστικά (ελληνιστική κοινή)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (ελληνιστική κοινή)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)