Μετάβαση στο περιεχόμενο

ἄμητος

Από Βικιλεξικό

Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ἄμητος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἄμητος

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ἄμητος αρσενικό



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ἄμητος οἱ ἄμητοι
      γενική τοῦ ἀμήτου τῶν ἀμήτων
      δοτική τῷ ἀμήτ τοῖς ἀμήτοις
    αιτιατική τὸν ἄμητον τοὺς ἀμήτους
     κλητική ! ἄμητε ἄμητοι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  ἀμήτω
γεν-δοτ τοῖν  ἀμήτοιν
2η κλίση, Κατηγορία 'θρίαμβος' όπως «θρίαμβος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ἄμητος, ήδη ομηρικό < ἀμάω / ἀμῶ (θερίζω, κόβω) ἀμη- + -τος

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ἄμητος αρσενικό

  1. συγκομιδή, τρύγος
  2. (μεταφορικά) η σφαγή
  3. η εποχή του θερισμού

Συγγενικά

[επεξεργασία]

 και δείτε τη λέξη ἀμάω