Μετάβαση στο περιεχόμενο

ἄμφοδον

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική τὸ ἄμφοδον τὰ ἄμφοδ
      γενική τοῦ ἀμφόδου τῶν ἀμφόδων
      δοτική τῷ ἀμφόδ τοῖς ἀμφόδοις
    αιτιατική τὸ ἄμφοδον τὰ ἄμφοδ
     κλητική ! ἄμφοδον ἄμφοδ
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  ἀμφόδω
γεν-δοτ τοῖν  ἀμφόδοιν
2η κλίση, Κατηγορία 'πρόσωπον' όπως «πρόσωπον» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ἄμφοδον < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου ἄμφοδος < ἀμφι- + ὁδός

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ἄμφοδον, -ου ουδέτερο

  1. οδός, δρόμος
      5ος/4ος πκε αιώνας Ἀριστοφάνης, Απόσπασμα 327 @poesialatina.it
    Ἄμφοδον ἐχρῆν αὐτῷ τεθεῖσθαι τοὔνομα.
      2ος κε αιώνας Καινή Διαθήκη, Εὐαγγέλιον κατὰ Μᾶρκον, 11.4 @scaife.perseus
    ἀπῆλθον δὲ καὶ εὗρον τὸν πῶλον δεδεμένον πρὸς τὴν θύραν ἔξω ἐπὶ τοῦ ἀμφόδου, καὶ λύουσιν αὐτόν.
  2. οικοδομικό τετράγωνο
  3. συνοικία, γειτονιά
      3ος/2ος πκε αιώνας Παλαιὰ Διαθήκη κατά την μετάφραση των Εβδομήκοντα , Ιερεμίας, 17.27
    καὶ ἔσται ἐὰν μὴ ἀκούσητέ μου τοῦ ἁγιάζειν τὴν ἡμέραν τῶν σαββάτων, τοῦ μὴ αἴρειν βαστάγματα καὶ μὴ εἰσπορεύεσθαι ταῖς πύλαις Ἱερουσαλὴμ ἐν τῇ ἡμέρᾳ τῶν σαββάτων, καὶ ἀνάψω πῦρ ἐν ταῖς πύλαις αὐτῆς, καὶ καταφάγεται ἄμφοδα Ἱερουσαλὴμ καὶ οὐ σβεσθήσεται.

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Σύνθετα

[επεξεργασία]

Παροιμίες

[επεξεργασία]