ἄναξ

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : άναξ

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἄναξ < μυκηναϊκή wa-na-ka (ϝάναξ)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ἄναξ αρσενικό, γενική ἄνακτος, (θηλυκό ἄνασσα)

  1. άρχοντας, βασιλιάς, κυρίαρχος
  2. τιμητικός τίτλος που αποδίδεται σε θεούς, ηγέτες, μέλη της βασιλικής οικογένειας ή γενικότερα σε πολύ σημαντικά πρόσωπα
  3. οικοδεσπότης

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]