Μετάβαση στο περιεχόμενο

ἄναξ

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: άναξ

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ᾰνακτ-
ονομαστική ἄναξ οἱ ἄνακτες
      γενική τοῦ ἄνακτος τῶν ἀνάκτων
      δοτική τῷ ἄνακτ τοῖς ἄναξ(ν)
    αιτιατική τὸν ἄνακτ τοὺς ἄνακτᾰς
     κλητική ! ἄναξ ἄνακτες
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  ἄνακτε
γεν-δοτ τοῖν  ἀνάκτοιν
3η κλίση, Κατηγορία 'ἄναξ' όπως «ἄναξ» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ἄναξ < από παλαιότερη μορφή ϝάναξ (όπου δείτε για περισσότερα), με σίγηση του δίγαμμα.[1][2]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /á.naks/ (5ος π.Χ. αιώνας Αττική)
τυπογραφικός συλλαβισμός: ναξ

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ἄναξ, ἄνακτος αρσενικό (θηλυκό ἄνασσα)

  1. (αξίωμα, πολιτική) άρχοντας, βασιλιάς, κυρίαρχος
  2. (στον Όμηρο) αρχηγός στρατού
     8ος αιώνας πκε  Ὅμηρος, Ἰλιάς, 1 (Α. Λοιμός. Μῆνις.), στίχ. 7
    Διὸς δ’ ἐτελείετο βουλή, | ἐξ οὗ δὴ τὰ πρῶτα διαστήτην ἐρίσαντε | Ἀτρεΐδης τε ἄναξ ἀνδρῶν καὶ δῖος Ἀχιλλεύς.
    και η βουλή γενόνταν του Κρονίδη, | απ᾽ ότ᾽ εφιλονίκησαν κι εχωρισθήκαν πρώτα | ο Ατρείδης, άρχος των ανδρών, και ο θείος Αχιλλέας.
    Έμμετρη μετάφραση (1922): Ιάκωβος Πολυλάς, @greeklanguage.gr
  3. τιμητικός τίτλος που αποδίδεται σε θεούς, ηγέτες, μέλη της βασιλικής οικογένειας ή γενικότερα σε πολύ σημαντικά πρόσωπα
  4. οικοδεσπότης

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Παράγωγα

[επεξεργασία]

παράγωγα & σύνθετα

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. άναξ - Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.
  2. Bailly, Anatole (1935) Le Grand Bailly: Dictionnaire grec-français (Το Μεγάλο Μπαγί: Λεξικό [αρχαίας] ελληνικής-γαλλικής), Παρίσι: Hachette. «Étym. p. *ϝάναξ, pré-grec ; cf. myc. wa-na-ka.»