ἄνεσις

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἄνεσις < αρχαία ελληνική ἄνεσις

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ἄνεσις θηλυκό


Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἄνεσις < ἀνίημι , από τον αόριστό του ἀνέσαιμι

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ἄνεσις θηλυκό

  1. η χαλάρωση σχοινιού, χορδής (αντώνυμο: ἐπίτασις)
  2. αναψυχή, ψυχική χαλάρωση
  3. η χαλάρωση θεσμών, ηθών
    δεικνὺς τὴν τῶν γυναικῶν παρ᾽ ὑμῖν ἄνεσιν
  4. η μείωση, η ελάφρυνση από κάτι γενικά αρνητικό, η ύφεση για ασθένειες (αυτό ελληνιστικό)
    ἄνεσις φόρου, ἄνεσις τελών, ἄνεσις κακῶν
    ἄνεσις πυρετού (με αντώνυμο: παροξυσμός)
  5. συλλαβή χωρίς πνεύμα,
  6. άτονη νότα στη μουσική