Μετάβαση στο περιεχόμενο

ἄνηβος

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: άνηβος

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 γένη αρσενικό & θηλυκό ουδέτερο
 πτώσεις       ενικός      
ονομαστική / ἄνηβος τὸ ἄνηβον
      γενική τοῦ/τῆς ἀνήβου τοῦ ἀνήβου
      δοτική τῷ/τῇ ἀνήβ τῷ ἀνήβ
    αιτιατική τὸν/τὴν ἄνηβον τὸ ἄνηβον
     κλητική ! ἄνηβε ἄνηβον
 πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ/αἱ ἄνηβοι τὰ ἄνηβ
      γενική τῶν ἀνήβων τῶν ἀνήβων
      δοτική τοῖς/ταῖς ἀνήβοις τοῖς ἀνήβοις
    αιτιατική τοὺς/τὰς ἀνήβους τὰ ἄνηβ
     κλητική ! ἄνηβοι ἄνηβ
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ ἀνήβω τὼ ἀνήβω
      γεν-δοτ τοῖν ἀνήβοιν τοῖν ἀνήβοιν
2η κλίση, Κατηγορία 'δύσκολος' όπως «δύσκολος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ἄνηβος < ἄν- + ἥβ(η) + -ος

Επίθετο

[επεξεργασία]

ἄνηβος, -ος, -ον

  1. που δεν είναι ακόμη έφηβος, αγένειος
      5ος/4ος πκε αιώνας Πλάτων, Νόμοι, 8, 833c (833c-833d) @scaife.perseus
    καὶ τοῖς μὲν τῶν ἀγενείων τὰ δύο τῶν τριῶν τοῦ μήκους τοῦ δρόμου θήσομεν, τοῖς δὲ παισὶ τὰ τούτων ἡμίσεα, τοξόταις τε καὶ ὁπλίταις ἁμιλλωμένοις, γυναιξὶν δέ, κόραις μὲν ἀνήβοις γυμναῖς στάδιον καὶ δίαυλον καὶ ἐφίππιον καὶ δόλιχον,
      5ος/4ος πκε αιώνας Λυσίας, Κατὰ Ἀλκιβιάδου λειποταξίου, 25 @scaife.perseus
    ἄνηβος ἑταίραν ἔχων, μιμούμενος τοὺς ἑαυτοῦ προγόνους,
     αντώνυμα: ἔφηβος
  2. ο σεξουαλικά ανίκανος
      4ος πκε αιώνας Ἀριστοτέλης, Τῶν περὶ τὰ ζῷα ἱστοριῶν, 7, 1 @scaife.perseus
    Γίνονται δέ τινες ἄνηβοι ἐκ γενετῆς καὶ ἄγονοι διὰ τὸ πηρωθῆναι περὶ τὸν τόπον τὸν γόνιμον· ὁμοίως δὲ καὶ γυναῖκες γίνονται ἄνηβοι ἐκ γενετῆς.