ἄνθος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : άνθος

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική ἄνθος ἄνθει ἄνθη
Γενική ἄνθους ἀνθοῖν ἀνθῶν
Δοτική ἄνθει ἀνθοῖν ἄνθεσι(ν)
Αιτιατική ἄνθος ἄνθει ἄνθη
Κλητική ἄνθος ἄνθει ἄνθη

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἄνθος < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *h₂endʰos

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ἄνθος ουδέτερο

  1. (βοτανική) άνθος, λουλούδι
  2. (βοτανική) μπουμπούκι
  3. (βοτανική) βλαστάρι
  4. (μεταφορικά) καθαρότητα, λαμπρότητα
  5. (μεταφορικά) νεότητα, ακμή
  6. (μεταφορικά) αποκορύφωμα, ακμή
  7. (μεταφορικά) γλαφυρότητα
  8. (μεταφορικά) ανθολογία
  9. (ορνιθολογία) είδος πουλιού, κίτρινη σουσουράδα

Nuvola apps noatun.png Παράγωγες λέξεις[επεξεργασία]

και

Απόγονοι
Μεσαιωνικά ελληνικά

Νέα ελληνικά