ἄνορχος
Εμφάνιση
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| → γένη | αρσενικό & θηλυκό | ουδέτερο | ||||
| ↓ πτώσεις | ενικός | |||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ὁ/ἡ | ἄνορχος | τὸ | ἄνορχον | ||
| γενική | τοῦ/τῆς | ἀνόρχου | τοῦ | ἀνόρχου | ||
| δοτική | τῷ/τῇ | ἀνόρχῳ | τῷ | ἀνόρχῳ | ||
| αιτιατική | τὸν/τὴν | ἄνορχον | τὸ | ἄνορχον | ||
| κλητική ὦ! | ἄνορχε | ἄνορχον | ||||
| ↓ πτώσεις | πληθυντικός | |||||
| ονομαστική | οἱ/αἱ | ἄνορχοι | τὰ | ἄνορχᾰ | ||
| γενική | τῶν | ἀνόρχων | τῶν | ἀνόρχων | ||
| δοτική | τοῖς/ταῖς | ἀνόρχοις | τοῖς | ἀνόρχοις | ||
| αιτιατική | τοὺς/τὰς | ἀνόρχους | τὰ | ἄνορχᾰ | ||
| κλητική ὦ! | ἄνορχοι | ἄνορχᾰ | ||||
| δυϊκός | ||||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | ἀνόρχω | τὼ | ἀνόρχω | ||
| γεν-δοτ | τοῖν | ἀνόρχοιν | τοῖν | ἀνόρχοιν | ||
| 2η κλίση, Κατηγορία 'δύσκολος' όπως «δύσκολος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές | ||||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Επίθετο
[επεξεργασία]ἄνορχος, -ος, -ον
- ευνουχισμένος
- (για τους καρπούς φοινίκων) που δεν έχουν κουκούτσια
- ※ 2/3ος κε αιώνας ⌘ Ἀθήναιος ὁ Nαυκρατίτης, Δειπνοσοφισταί, 14, 66 652a, @scaife.perseus, @el.wikisource
- καὶ Ἀριστοτέλης ἐν τῷ περὶ Φυτῶν οὕτως·
φοινίκων ἀνόρχων, οὕς τινες εὐνούχους καλοῦσιν, οἱ δ’ ἀπυρήνους.
- καὶ Ἀριστοτέλης ἐν τῷ περὶ Φυτῶν οὕτως·
- ※ 2/3ος κε αιώνας ⌘ Ἀθήναιος ὁ Nαυκρατίτης, Δειπνοσοφισταί, 14, 66 652a, @scaife.perseus, @el.wikisource
Συγγενικά
[επεξεργασία]- → δείτε τη λέξη ὄρχις
Πηγές
[επεξεργασία]- ἄνορχος - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Επίθετα με κλίση 'δύσκολος' (αρχαία ελληνικά)
- Επίθετα 2ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
- Επίθετα που κλίνονται όπως το 'δύσκολος' (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις προπαροξύτονες (αρχαία ελληνικά)
- Επίθετα προπαροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις με πρόθημα ἄν- από το στερητικό ἀ- (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Επίθετα (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από τον Αθήναιο (ελληνιστική κοινή)
- Λήμματα με παραθέματα (ελληνιστική κοινή)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)