Μετάβαση στο περιεχόμενο

ἄορ

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική τὸ ἄορ τὰ ἄορ
      γενική τοῦ ἄορος τῶν ἀόρων
      δοτική τῷ ἄορ τοῖς ἄορσῐ(ν)
    αιτιατική τὸ ἄορ τὰ ἄορ
     κλητική ! ἄορ ἄορ
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  ἄορε
γεν-δοτ τοῖν  ἀόροιν
Και αιτιατική πληθυντικού, αρσενικό «τοὺς ἄορας».
3η κλίση, Κατηγορία 'ἄορ' όπως «ἄορ» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ἄορ < πιθανώς πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *h₂wor < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *h₂wer- όπως και το ἀείρω

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ἄορ ουδέτερο επικός τύπος

  1. (οπλισμός) ξίφος (περασμένο σε ζώνη)
     8ος αιώνας πκε  Ὅμηρος, Ὀδύσσεια, 11 (λ. Ἀλκίνου ἀπόλογοι: Νέκυια.), στίχ. 24
    ἐγὼ δ' ἄορ ὀξὺ ἐρυσσάμενος παρὰ μηροῦ βόθρον ὄρυξ' ὅσσον τε πυγούσιον ἔνθα καὶ ἔνθα, ἀμφ' αὐτῷ δὲ χοὴν χεόμην πᾶσιν νεκύεσσι, πρῶτα μελικρήτῳ, μετέπειτα δὲ ἡδέϊ οἴνῳ, τὸ τρίτον αὖθ' ὕδατι·
  2. (κατ’ επέκταση) όπλο
      3ος πκε αιώνας Καλλίμαχος, Ὕμνοι, Ὕμνοι: εἰς Δῆλον, στιχ. 30-35
    ἢ ὡς τὰ πρώτιστα μέγας θεὸς οὔρεα θείνων ἄορι τριγλώχινι, τό οἱ Τελχῖνες ἔτευξαν, νήσους εἰναλίας εἰργάζετο, νέρθε δὲ πάσας ἐκ νεάτων ὤχλισσε καὶ εἰσεκύλισε θαλάσσῃ, καὶ τὰς μὲν κατὰ βυσσόν, ἵν᾽ ἠπείροιο λάθωνται, πρυμνόθεν ἐρρίζωσε;

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]