Μετάβαση στο περιεχόμενο

ἄπιος

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: Ἄπιος

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ἄπιος αἱ ἄπιοι
      γενική τῆς ἀπίου τῶν ἀπίων
      δοτική τῇ ἀπί ταῖς ἀπίοις
    αιτιατική τὴν ἄπιον τὰς ἀπίους
     κλητική ! ἄπιε ἄπιοι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  ἀπίω
γεν-δοτ τοῖν  ἀπίοιν
2η κλίση, Κατηγορία 'θρίαμβος' όπως «κάμινος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία 1

[επεξεργασία]
ἄπιος < συγγενές με την αρχαία ελληνική ἄπιον και λατινική:  pirum (το αχλάδι)

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
Ευφορβία η άπιος

ἄπιος, -ου [ᾰ], θηλυκό

  1. (δέντρο) η αχλαδιά
  2. (φυτό) Ευφορβία η άπιος
     συνώνυμα:  ἰσχάς, χαμαιράφανος

Ετυμολογία 2

[επεξεργασία]
ἄπιος < ἀπό, σχηματισμός παρεμφερής του ἀντίος

Επίθετο

[επεξεργασία]

ἄπιος, -η/-α, -ον

γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
 πτώσεις       ενικός      
ονομαστική ἄπιος ἀπίη
& ἀπί
τὸ ἄπιον
      γενική τοῦ ἀπίου τῆς ἀπίης
& ἀπίᾱς
τοῦ ἀπίου
      δοτική τῷ ἀπί τῇ ἀπί
& ἀπί
τῷ ἀπί
    αιτιατική τὸν ἄπιον τὴν ἀπίην
& ἀπίᾱν
τὸ ἄπιον
     κλητική ! ἄπιε ἀπίη
& ἀπί
ἄπιον
 πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ ἄπιοι αἱ ἄπιαι τὰ ἄπι
      γενική τῶν ἀπίων τῶν ἀπίων τῶν ἀπίων
      δοτική τοῖς ἀπίοις ταῖς ἀπίαις τοῖς ἀπίοις
    αιτιατική τοὺς ἀπίους τὰς ἀπίᾱς τὰ ἄπι
     κλητική ! ἄπιοι ἄπιαι ἄπι
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ ἀπίω τὼ ἀπί τὼ ἀπίω
      γεν-δοτ τοῖν ἀπίοιν τοῖν ἀπίαιν τοῖν ἀπίοιν
Εξαίρεση: Αν και προηγείται φωνήεν ή δίφθογγος, η κατάληξη θηλυκού είναι και -η.
2η&1η κλίση, Κατηγορία 'λόγιος' όπως «λόγιος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές