ἄρα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἄρα αρχαία ελληνική < το συμπερασματικό, επεξηγηματικό μόριο ἄρα και το ερωτηματικό μόριο ἆρα

Open book 01.svg Σύνδεσμος[επεξεργασία]

ἄρα




Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἄρα < πιθανόν από το ἀραρίσκω

Open book 01.svg Μόριο[επεξεργασία]

ἄρα

  • μόριο που κατέληξε σύνδεσμος και είχε συμπερασματική και επεξηγηματική χρήση
τότε, αμέσως, ευθύς, έπειτα, ακολούθως, κατόπιν τούτου
ως γνωστόν, άρα, λοιπόν, δηλαδή
τέλος πάντων
εκτός αν, εκτός αν ίσως

δείτε τη λέξη: ἆρα