ἄρα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el)[επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἄρα αρχαία ελληνική < το συμπερασματικό, επεξηγηματικό μόριο ἄρα και το ερωτηματικό μόριο ἆρα

Σύνδεσμος[επεξεργασία]

ἄρα




Αρχαία ελληνικά (grc)[επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἄρα < πιθανόν από το ἀραρίσκω

Μόριο[επεξεργασία]

ἄρα

  • μόριο που κατέληξε σύνδεσμος και είχε συμπερασματική και επεξηγηματική χρήση
τότε, αμέσως, ευθύς, έπειτα, ακολούθως, κατόπιν τούτου
ως γνωστόν, άρα, λοιπόν, δηλαδή
τέλος πάντων
εκτός αν, εκτός αν ίσως

→ δείτε τη λέξη ἆρα