Μετάβαση στο περιεχόμενο

ἄραβος

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: Ἄραβος

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ᾰρᾰβο-
ονομαστική ἄραβος οἱ ἄραβοι
      γενική τοῦ ἀράβου τῶν ἀράβων
      δοτική τῷ ἀράβ τοῖς ἀράβοις
    αιτιατική τὸν ἄραβον τοὺς ἀράβους
     κλητική ! ἄραβε ἄραβοι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  ἀράβω
γεν-δοτ τοῖν  ἀράβοιν
2η κλίση, Κατηγορία 'θρίαμβος' όπως «θρίαμβος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ἄραβος, ήδη ομηρικό < πιθανόν ηχομιμητική λέξη με κατάληξη όπως ταθόρυβος, κόναβος κ.λπ· βλ. και ἄραδος)

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ἄραβος αρσενικό

  1. τρίξιμο δοντιών, κροτάλισμα δοντιών
     8ος αιώνας πκε  Ὅμηρος, Ἰλιάς, 10 (Κ. Δολώνεια.), στίχ. 375 (375-376)
    ἄραβος δὲ διὰ στόμα γίγνετ᾽ ὀδόντων: χλωρὸς ὑπαὶ δείους: τὼ δ᾽ ἀσθμαίνοντε κιχήτην
    στέκει, του φόβου πράσινος, παντού ριγοκοπώντας, και μες στο στόμα του άκουγες τα δόντια που κροτούσαν. Τότες λαχανιασμένοι οι διο τον φτάνουν Απόδοση Αλέξανδρος Πάλλης)
      7ος πκε αιώνας Ἡσίοδος, (αποδίδεται) Ἀσπὶς Ἡρακλέουςw, 404 (402-404)
    ὡς δὲ λέοντε δύω ἀμφὶ κταμένης ἐλάφοιο | ἀλλήλοις κοτέοντες ἐπὶ σφέας ὁρμήσωσι, | δεινὴ δέ σφ᾽ ἰαχὴ ἄραβός θ᾽ ἅμα γίνετ᾽ ὀδόντων ...
    Καθώς λιοντάρια δυο γύρω από ελάφι σκοτωμένο | θυμώνουν μεταξύ τους και ορμούν το ένα στ᾽ άλλο, | και φοβερή ιαχή και τρίξιμο δοντιών συνάμα γίνεται.
    Μετάφραση (2001): Σταύρος Γκιργκένης, Θεσσαλονίκη: Ζήτρος @greeklanguage.gr
  2. κρότος, κτύπος
  3. ψόφος (ο θόρυβος)

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]