ἄραβος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: Ἄραβος

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική ἄραβος ἀράβω ἄραβοι
Γενική ἀράβου ἀράβοιν ἀράβων
Δοτική ἀράβ ἀράβοιν ἀράβοις
Αιτιατική ἄραβον ἀράβω ἀράβους
Κλητική ἄραβε ἀράβω ἄραβοι

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἄραβος < (ηχομιμητική λέξη) (μάλλον πλάστηκε ηχομιμητικά και για την κατάληξη ακολούθησε το θόρυβος, κόναβος κ.λπ· βλ. και ἄραδος)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ἄραβος αρσενικό

  1. τρίξιμο δοντιών, κροτάλισμα δοντιών
    ἄραβος δὲ διὰ στόμα γίγνετ᾽ ὀδόντων: χλωρὸς ὑπαὶ δείους: τὼ δ᾽ ἀσθμαίνοντε κιχήτην (: στέκει, του φόβου πράσινος, παντού ριγοκοπώντας, και μες στο στόμα του άκουγες τα δόντια που κροτούσαν. Τότες λαχανιασμένοι οι διο τον φτάνουν -Ιλιάδα, Κ 375, απόδοση Αλ. Πάλλης)
  2. κρότος, κτύπος
  3. ψόφος (ο θόρυβος)

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]