ἄργυρος
Εμφάνιση
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ὁ | ἄργυρος | οἱ | ἄργυροι |
| γενική | τοῦ | ἀργύρου | τῶν | ἀργύρων |
| δοτική | τῷ | ἀργύρῳ | τοῖς | ἀργύροις |
| αιτιατική | τὸν | ἄργυρον | τοὺς | ἀργύρους |
| κλητική ὦ! | ἄργυρε | ἄργυροι | ||
| δυϊκός | ||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | ἀργύρω | ||
| γεν-δοτ | τοῖν | ἀργύροιν | ||
| 2η κλίση, Κατηγορία 'θρίαμβος' όπως «θρίαμβος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]ἄργυρος < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *h₂erǵ-. Συγγενή: μυκηναϊκή 𐀀𐀓𐀫 (a-ku-ro), λατινική argentum, σανσκριτική अर्जुन (árjuna), παλαιά αρμενική արծաթ (arcat)
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]ἄργυρος αρσενικό
- (μεταλλουργία) ο άργυρος
- ※ 4ος/3ος πκε αιώνας ⌘ Θεόφραστος, De lapidibus, Fragment 2 Chapter 2 (2.2), @scaife.perseus
- (νομίσματα) χρήματα σε αργυρά νομίσματα
Συγγενικά
[επεξεργασία]- ἀργυράγχη
- ἀργυραμοιβός
- ἀργυράνθρωπος
- ἀργυράσπιδες
- ἀργυράφιον
- ἀργυρένδετος
- ἀργύρεος
- ἀργυρευτική
- ἀργυρεύω
- ἀργυρηλάτης
- ἀργυρήλατος
- ἀργυρηρός
- ἀργυρίδιον
- ἀργυρίζομαι
- ἀργυρικός
- ἀργύριον
- ἀργύριος
- ἀργυρίς
- ἀργυρισμός
- ἀργυρίτης
- ἀργυρῖτις
- ἀργυρόβιος
- ἀργυρογνώμων
- ἀργυρογραφία
- ἀργυροδάμας
- ἀργυροδίνης
- ἀργυροειδής
- ἀργυρόηλος
- ἀργυροθήκη
- ἀργυρόθρονος
- ἀργυροθώραξ
- ἀργυροκόπος
- ἀργυροκορίνθιος
- ἀργυρόκυκλος
- ἀργυρόλιθος
- ἀργυρολόγος
- ἀργυρομιγής
- ἀργυρόπεζα
- ἀργυρόπηχυς
- ἀργυροποιός
- ἀργυρόπους
- ἀργυροπράτης
- ἀργυρόπρυμνον
- ἀργυρόριζος
- ἀργυρόρρυτος
- ἀργυρορυχή
- ἀργυροσάλπιγξ
- ἀργυροσκόπος
- ἀργυροστερής
- ἀργυροταμίας
- ἀργυροτέχνης
- ἀργυρότοιχος
- ἀργυρότοξος
- ἀργυροτράπεζα
- ἀργυροτρύφημα
- ἀργυροφάλαρος
- ἀργυροφεγγής
- ἀργύροφλεψ
- ἀργυροχάλινος
- ἀργυρόχαλκος
- ἀργυροχόος
- ἀργυρόχροος
- ἀργυρόω
- ἀργυρώδης
- ἀργύρωμα
- ἀργυρώνητος
- ἀργυρωρυχεῖον
- λιθάργυρος
- ὑδράργυρος
- χρυσάργυρος
- ψευδάργυρος
Πηγές
[επεξεργασία]- ἄργυρος - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- ἄργυρος - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά με κλίση 'θρίαμβος' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'θρίαμβος' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 2ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 2ης κλίσης αρσενικά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά προπαροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά προπαροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'θρίαμβος' αρσενικά (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις προπαροξύτονες (αρχαία ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Ουσιαστικά (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Μεταλλουργία (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (ελληνιστική κοινή)
- Νομίσματα (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)