ἄριστος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική ἄριστος ἀρίστη ἄριστον ἄριστοι ἄρισται ἄριστα
Γενική ἀρίστου ἀρίστης ἀρίστου ἀρίστων ἀρίστων ἀρίστων
Δοτική ἀρίστῳ ἀρίστῃ ἀρίστῳ ἀρίστοις ἀρίσταις ἀρίστοις
Αιτιατική ἄριστον ἀρίστην ἄριστον ἀρίστους ἀρίστας ἄριστα
Κλητική ἄριστε ἀρίστη ἄριστον ἄριστοι ἄρισται ἄριστα
Δυικός Αρσενικό-Ουδέτερο Θηλυκό
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική ἀρίστω ἀρίστα
Γενική-Δοτική ἀρίστοιν ἀρίσταιν

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἄριστος < ἄρω / ἀραρίσκω < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *ar- (ταιριάζω)

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ἄριστος, -η, -ον

  1. (αρχικά, ομηρική γλώσσα) ευγενικής καταγωγής
  2. (κλασσικοί χρόνοι) ο καλύτερος, ο άριστος
    Εἷς οἰωνὸς ἄριστος, ἀμύνεσθαι περὶ πάτρης

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]