ἄροτρον
Εμφάνιση
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | |||
|---|---|---|---|---|---|
| ἀ˘ροτρο- | |||||
| ονομαστική | τὸ | ἄροτρον | τὰ | ἄροτρᾰ | |
| γενική | τοῦ | ἀρότρου | τῶν | ἀρότρων | |
| δοτική | τῷ | ἀρότρῳ | τοῖς | ἀρότροις | |
| αιτιατική | τὸ | ἄροτρον | τὰ | ἄροτρᾰ | |
| κλητική ὦ! | ἄροτρον | ἄροτρᾰ | |||
| δυϊκός | |||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | ἀρότρω | |||
| γεν-δοτ | τοῖν | ἀρότροιν | |||
| 2η κλίση, Κατηγορία 'πρόσωπον' όπως «πρόσωπον» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | |||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ἄροτρον < πρωτοελληνική *árotron < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *h₂érh₃trom < ρίζα *h₂erh₃- + κατάληξη *-trom, αντίστοιχα στο ἀρόω + -τρον
- ΑΠΟΓΟΝΟΙ: ↷ λατινικά: aratrum
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]ἄροτρον, -ου ουδέτερο [ᾰ]
- (εργαλείο) το άροτρο
- ※ 8ος αιώνας πκε ⌘ Ὅμηρος, Ὀδύσσεια, 18 (σ. Ὀδυσσέως καὶ Ἴρου πυγμή.), στίχ. 374 (371-374)
- εἰ δ' αὖ καὶ βόες εἶεν ἐλαυνέμεν, οἵ περ ἄριστοι,
αἴθωνες μεγάλοι, ἄμφω κεκορηότε ποίης,
ἥλικες ἰσοφόροι, τῶν τε σθένος οὐκ ἀλαπαδνόν,
τετράγυον δ' εἴη, εἴκοι δ' ὑπὸ βῶλος ἀρότρῳ·- αλλά και βόδια αν είχαμε να οργώσουμε, πες τα καλύτερα, / μεγάλα, ορμητικά και καλοχορτασμένα, ισόπαλα στα χρόνια και στη δύναμη, / στον μόχθο ακούραστα, μπροστά μας τέσσερα στρέμματα χωράφι, / χώμα που να υποχωρεί στο αλέτρι, τότε θα μ᾽ έβλεπες μεμιάς / τις αυλακιές ν᾽ ανοίγω απ᾽ άκρη σ᾽ άκρη.
- Μετάφραση σε πεζό (2006): Δημήτρης Ν. Μαρωνίτης, @greek‑language.gr
- ή βόδια να μου δίνανε να σαλαγώ μεγάλα
ξανθά, τα πιο καλύτερα χορτάτα από γρασίδι,
ομήλικα, ισοδύναμα κι αδάμαστο ζευγάρι
κι ο σβώλος μες στις αυλακιές να πέφτει εμπρός στ' αλέτρι
θα μ' έβλεπες πώς θα 'σκιζα τ' αυλάκια απ' άκρη ως άκρη- Έμμετρη μετάφραση (1939) [μεταγραφή σε μονοτονικό]: Ζήσιμος Σίδερις Ομήρου Οδύσσεια (Μετάφραση Ζ.ΣΙΔΕΡΗ), 7η έκδοση, 1977 [450 σελίδες], σελ.342-343 Ιστορική Συλλογή Σχολικών Εγχειριδίων
- αλλά και βόδια αν είχαμε να οργώσουμε, πες τα καλύτερα, / μεγάλα, ορμητικά και καλοχορτασμένα, ισόπαλα στα χρόνια και στη δύναμη, / στον μόχθο ακούραστα, μπροστά μας τέσσερα στρέμματα χωράφι, / χώμα που να υποχωρεί στο αλέτρι, τότε θα μ᾽ έβλεπες μεμιάς / τις αυλακιές ν᾽ ανοίγω απ᾽ άκρη σ᾽ άκρη.
- εἰ δ' αὖ καὶ βόες εἶεν ἐλαυνέμεν, οἵ περ ἄριστοι,
- ※ 8ος αιώνας πκε ⌘ Ὅμηρος, Ὀδύσσεια, 18 (σ. Ὀδυσσέως καὶ Ἴρου πυγμή.), στίχ. 374 (371-374)
- (στον πληθυντικό ἄροτρα)
- (μεταφορικά, ανθρώπινο σώμα) τα γεννητικά όργανα
- γη, χώρα, πλέθρα
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]Παράγωγα
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- ἄροτρον - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- ἄροτρον - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά με κλίση 'πρόσωπον' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'πρόσωπον' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 2ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 2ης κλίσης ουδέτερα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά προπαροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα προπαροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις προπαροξύτονες (αρχαία ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την πρωτοελληνική (αρχαία ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -τρον (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις με ετυμολογικούς απογόνους (ελληνιστική κοινή)
- Αρχαία ελληνικά
- Ουσιαστικά (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Εργαλεία (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από την Οδύσσεια (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (αρχαία ελληνικά)
- Μεταφορικοί όροι (αρχαία ελληνικά)
- Ανθρώπινο σώμα (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)