ἄρτος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική ἄρτος ἄρτω ἄρτοι
Γενική ἄρτου ἄρτοιν ἄρτων
Δοτική ἄρτ ἄρτοιν ἄρτοις
Αιτιατική ἄρτον ἄρτω ἄρτους
Κλητική ἄρτε ἄρτω ἄρτοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἄρτος < (αβέβαιης ετυμολογίας) ἀραρίσκω (ή από το ἀρτύω / ἀρτύνω· ή ίσως από εξελληνισμένη αρχαία περσική λέξη)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ἄρτος αρσενικό

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]