Μετάβαση στο περιεχόμενο

ἄρχω

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: άρχω

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
Αρχικοί
χρόνοι
Φωνή
Eνεργητική
Φωνή
Μέση & Παθητική
Ενεστώτας  ἄρχω   ἄρχομαι 
Παρατατικός  ἦρχον   ἠρχόμην 
Μέλλοντας  ἄρξω   ἄρξομαι & ἀρχθήσομαι 
Αόριστος  ἦρξα   ἠρξάμην & ἤρχθην 
Παρακείμενος  ἦρχα   ἦργμαι 
Υπερσυντέλικος
Συντελ.Μέλλ.

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ἄρχω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *h₂érgʰ- (ἄρχω). Συνδέεται με το ομηρικό ὄρχαμος (αρχηγός, προπορευόμενος). Πιθανόν και με τη μυκηναϊκή 𐀃𐀏 (o-ka).  Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;  

ἄρχω (παθητική φωνή ἄρχομαι)

  1. (αρχική σημασία) αρχίζω, ξεκινώ, κάνω αρχή
      5ος πκε αιώνας Θουκυδίδης, Ἱστορίαι, 1, 53
    πολέμου ἄρχοντες καὶ σπονδὰς λύοντες
    1. (με γενική) αρχίζω από ή μαζί
     8ος αιώνας πκε  Ὅμηρος, Ἰλιάς, 9 (Ι. Πρεσβεία πρὸς Ἀχιλλέα. Λιταί.), στίχ. 97
    ἐν σοὶ μὲν λήξω, σέο δ’ ἄρξομαι, οὕνεκα πολλῶν λαῶν ἐσσι ἄναξ καί τοι Ζεὺς ἐγγυάλιξε σκῆπτρόν τ’ ἠδὲ θέμιστας
    2. (με αιτιατική) προηγούμαι, προπορεύομαι
     8ος αιώνας πκε  Ὅμηρος, Ἰλιάς, 9 (Ι. Πρεσβεία πρὸς Ἀχιλλέα. Λιταί.), στίχ. 69
    αὐτὰρ ἔπειτα Ἀτρεΐδη σὺ μὲν ἄρχε
    3. (με απαρέμφατο) αρχίζω να κάνω κάτι
     8ος αιώνας πκε  Ὅμηρος, Ὀδύσσεια, 22 (χ. Μνηστήρων φόνος.), στίχ. 437
    ἄρχετε νῦν νέκυας φορέειν καὶ ἄνωχθε γυναῖκας·
  2. κυβερνώ, διοικώ, εξουσιάζω
    1. (με γενική) κυριεύω, είμαι άρχοντας σε
    5ος αιώνας πκε  Ἡρόδοτος, Ἱστορίαι, 5 (Τερψιχόρη), 1
    τῶν ὁ Μεγάβαζος ἦρχε
    2, (με δοτική) ηγεμονεύω
     8ος αιώνας πκε  Ὅμηρος, Ὀδύσσεια, 14 (ξ. Ὀδυσσέως πρὸς Εὔμαιον ὁμιλία.), στίχ. 230
    εἰνάκις ἀνδράσιν ἦρξα καὶ ὠκυπόροισι νέεσσιν
    3. (παθητική φωνή) διοικούμαι, εξουσιάζομαι
    5ος αιώνας πκε  Ἡρόδοτος, Ἱστορίαι, 7 (Πολύμνια), 159
    εἰ δ᾽ ἄρα μὴ δικαιοῖς ἄρχεσθαι, σὺ δὲ μηδὲ βοήθεε


 ετυμολογικό πεδίο 
ἀρχ-, ἀρκτ- 

Συγγενικά

[επεξεργασία]


Σύνθετα

[επεξεργασία]